Δυσανεξία στην λακτόζη

Της Αμαλίας Γιωτοπούλου , Κλινική Διαιτολόγος- διατροφολόγος, MSc Δ/ντρια Mediterranean Diet Χαλανδρι

 

Αντιδράσεις δυσανεξίας εμφανίζει ο οργανισμός μας συχνά για διάφορους λόγους σε συστατικά των τροφίμων που τρώμε.

Σε προηγούμενο τεύχος αναφερθήκαμε στην κοιλιοκάκη που αποτελεί την πιο συχνή τροφική δυσανεξία στις πρωτεϊνες της τροφής και συγκεκριμένα στη γλουτένη που αποτελεί την πρωτεΐνη του σίτου.

Σε αυτό το τεύχος θα μιλήσουμε για τη δυσανεξία που μπορούμε να αναπτύξουμε στα διάφορα είδη υδατανθράκων.

Οι υδατάνθρακες της τροφής αποτελούν τα σάκχαρα που περιέχονται σε μεγάλο ή μικρότερο ποσοστό σα κάποια τρόφιμα από το γάλα και τα γαλακτοκομικά μέχρι τα φρούτα και τα λαχανικά καθώς και το ψωμί και τα διάφορα δημητριακά.

Σε περίπτωση δυσανεξίας στους υδατάνθρακες κάποιας τροφής που καταναλώνουμε παρατηρείται μειωμένη απορρόφησή τους από τον εντερικό μας σωλήνα, με αποτέλεσμα να καταλήγουν αυξημένες ποσότητες αυτών στο παχύ έντερο, όπου τα βακτήρια της μικροβιακής χλωρίδας τους παχέος εντέρου τα χρησιμοποιούν σαν τροφή.

Η πιο γνωστή σε όλους μας δυσανεξία σε υδατάνθρακες είναι η δυσανεξία της λακτόζης που αποτελεί και την κυριότερη δυσανεξία με το μεγαλύτερο ποσοστό εμφάνισης σε διάφορες ηλικίες είτε λόγω γενετικού υπόβαθρου, είτε κάποιου άλλου περιβαλλοντικού παράγοντα ή αποτέλεσμα μιας εγχείρησης ή ασθένειας.

Η λακτόζη αποτελεί τον κύριο υδατάνθρακα (δυσακχαρίτη) στο γάλα και κατά την πέψη της στο γαστρεντερικό μας σύστημα μεταβολίζεται ( υδρολύεται) σε γλυκόζη και γαλακτόζη, αποτελείται δηλαδή από δύο μονοσακχαρίτες. Το ένζυμο που υδρολύει τη λακτόζη ονομάζεται λακτάση και βρίσκεται στο βλενογόννο του λεπτού μας εντέρου.

Στα άτομα που εμφανίζουν δυσανεξία στη λακτόζη εκ γενετής απουσιάζει η λακτάση με αποτελεσμα να βλέπουμε νεογνά με βαριές μορφές διάρροιας μετά από πρόσληψη τροφών που περιέχουν λακτόζη. Βέβαια θα λεγαμε ότι αυτός ο τύπος δυσανεξίας αποτελεί ένα σπάνιο σχετικά νόσημα.

Στους ενήλικες, η πρωτογενής ανεπάρκεια στη λακτάση αποτελεί ένα προοδευτικό νόσημα στο οποίο παρατηρείται σταδιακή μείωση της δράσης της λακτάσης, η οποία αρχίζει από την παιδική ηλικία.

Έτσι η λακτόζη είναι ανεκτή σε μικρές ποσότητες ή καθόλου ανάλογα με το βαθμό της αλακτασίας.

Έχει φανεί ότι η ανεκτικότητα στη λακτόζη διαφέρει από φυλή σε φυλή ,με αποτέλεσμα να παρατηρείται ότι οι Ινδοί, οι Αφροαμερικανοί και οι απόγονοι των κατοίκων της Αυστραλίας δεν ανέχονται καθόλου σχεδόν τη λακτόζη κατά την ενηλικίωση ενώ οι ευρωπαϊκής καταγωγής μπορούν συνήθως να καταναλώνουν το γάλα χωρίς πρόβλημα και στην ενήλικο ζωή.

Τα συμπτώματα που συχνά παρατηρούνται είναι η κοιλιακή διάταση, το λεγόμενο φούσκωμα, το αίσθημα του πόνου στην κοιλιακή χώρα, εμετός και πιο συχνά διάρροιες.

Για να αντιμετωπίσουμε τα συμπτώματα αλλά να μπορούμε να καλύψουμε και τις ανάγκες μας σε ασβέστιο και πρωτεΐνη, συστήνεται η κατανάλωση άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων στα οποία η λακτόζη έχει υποστεί ζύμωση με αποτέλεσμα να είναι πιο ανεκτή από τα άτομα με ανεπάρκεια λακτάσης.

Για παράδειγμα το γιαούρτι και το ξινόγαλο αποτελούν τα ιδανικά υποκατάστατα του γάλακτος. Σήμερα βέβαια στην ευρεία αγορά υπάρχει γάλα με χαμηλά επίπεδα λακτόζης όμως σε κάποιες περιπτώσεις υπάρχουν άτομα που δεν μπορούν να ανεχτούν ούτε αυτή την ποσότητα.

Όσον αφορά στις υπόλοιπες δυσανεξίες που αφορούν στους υδατάνθρακες της τροφής αυτές θα λέγαμε ότι είναι πολύ πιο σπάνιες.

Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε αυτή της τρεχαλόσης (ένας δυσακχαρίτης που βρίσκεται στους μύκητες, στα φύκια και στα μανιτάρια), της σακχαρόζης , φρουκτόζης, γλυκόζης και γαλακτόζης.

Τέλος, θα λέγαμε ότι είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι υπάρχει συχνή σύγχυση μεταξύ της δυσανεξίας και της αλλεργίας.

Άτομα με αλλεργία στο αγελαδινό γάλα εμφανίζουν συχνά τα ίδια συμπτώματα με αυτά που έχουν δυσανεξία στη λακτόζη. Επίσης στα παιδιά και στα βρέφη συγχέονται οι τροφικές αλλεργίες με τις δυσανεξίες στους διάφορους υδατάνθρακες. Πιο συχνά παρατηρούνται δυσπεπτικά σύνδρομα κατά την πέψη του αχλαδιού, του μήλου και του χυμού από σταφύλι. Η αποφυγή τους για ένα διάστημα μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση της χρόνιας διάρροιας στα παιδιά.

Σε περίπτωση που νιώθετε κάποια δυσπεπτικά συμπτώματα, συμβουλευτείτε το γιατρό σας.

Μην συγχέετε το τέστ δυσανεξίας στη λακτόζη με τα υπάρχοντα τεστ δυσανεξίας που κυκλοφορούν ευρέως και προσπαθούν να μας παραπλανήσουν παρά να μας βοηθήσουν στην προσπάθεια μας να ακολουθήσουμε έναν υγιεινό τύπο διατροφής.